"Έφυγε" από τη ζωή από τη Μαίρη Λίντα σε ηλικία 90 ετών

Η σπουδαία ερμηνεύτρια άφησε την τελευταία της πνοή τα ξημερώματα της Τετάρτης 22 Ιουλίου 2026

ΓΡΑΦΕΙ: MissBloom TEAM

Ο ελληνικός πολιτισμός αποχαιρετά τη Μαίρη Λίντα, η οποία έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 90 ετών. Η σπουδαία ερμηνεύτρια άφησε την τελευταία της πνοή τα ξημερώματα της Τετάρτης 22 Ιουλίου 2026, σκορπίζοντας βαθιά θλίψη στην οικογένειά της, στους ανθρώπους της μουσικής και στο κοινό που τη συνόδευσε με την αγάπη του επί δεκαετίες.

Με μια φωνή που ταυτίστηκε με ορισμένες από τις πιο εμβληματικές στιγμές του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, η Μαίρη Λίντα άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Η πολύχρονη συνεργασία της με τον σπουδαίο δεξιοτέχνη του μπουζουκιού Μανώλη Χιώτη χάρισε στο ελληνικό πεντάγραμμο διαχρονικές επιτυχίες, οι οποίες εξακολουθούν να ακούγονται μέχρι σήμερα.

Η αγαπημένη τραγουδίστρια είχε αποκτήσει μία κόρη και είχε παντρευτεί δύο φορές. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της διέμενε στο Γηροκομείο Αθηνών, όπου και έφυγε από τη ζωή.

Γεννημένη ως Μαρία Δημητροπούλου στον Πύργο Ηλείας στις 9 Νοεμβρίου 1935, έδειξε από πολύ μικρή την κλίση της στο τραγούδι. Τα πρώτα της βήματα τα έκανε συμμετέχοντας στα "Ταλέντα" του Ορέστη Λάσκου, ενώ στη συνέχεια εμφανίστηκε σε βαριετέ και καμπαρέ της εποχής, χτίζοντας σταδιακά μια πορεία που έμελλε να τη φέρει στην κορυφή του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.

Η γνωριμία της με τον Μανώλη Χιώτη υπήρξε καθοριστική τόσο σε προσωπικό όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Οι δυο τους έγιναν ένα από τα πιο αγαπημένα μουσικά δίδυμα της δεκαετίας του 1960, ενώ υπήρξαν και σύζυγοι για περίπου δέκα χρόνια. Μαζί πραγματοποίησαν αμέτρητες εμφανίσεις, ηχογράφησαν τραγούδια που έγιναν διαχρονικές επιτυχίες και συμμετείχαν σε αρκετές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου.

Αργότερα η Μαίρη Λίντα παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Θεοχάρη, με τον οποίο απέκτησε την κόρη της. Σε δημόσιες εξομολογήσεις της είχε μιλήσει με ειλικρίνεια για τη δύσκολη αυτή περίοδο της ζωής της, αποκαλύπτοντας ότι υπήρξε θύμα ενδοοικογενειακής βίας. Όπως είχε αναφέρει σε συνέντευξή της το 2012, πήρε την απόφαση να αποχωρήσει από τον γάμο όταν πλέον δεν μπορούσε να αντέξει άλλο τη βία που βίωνε.

"Ο δεύτερος σύζυγός μου ήταν σκληρός μαζί μου. Έχω ζήσει την κακοποίηση. Ποτέ δεν θα άφηνα έναν άντρα με τον οποίο είχα κάνει παιδί. Δεν θα έφευγα αφήνοντας το παιδί μου χωρίς πατέρα. Όμως δεν άντεχα άλλο την πολύ κακή συμπεριφορά και το ξύλο. Έφυγα. Είχα τη δύναμη, όμως, γιατί είχα ένα χρυσό βραχιόλι στο χέρι μου, τη φωνή μου", είχε δηλώσει χαρακτηριστικά.

Η πορεία της ήταν γεμάτη σημαντικές διακρίσεις και διεθνείς στιγμές. Το 1961 απέσπασε το Α' Βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης με το τραγούδι "Απαγωγή", ενώ η πρώτη της δισκογραφική παρουσία έγινε με το "Πικρό ποτήρι" του Κώστα Καπλάνη. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1964, κατά τη διάρκεια περιοδείας στις Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με τον Μανώλη Χιώτη, τραγούδησε στον Λευκό Οίκο σε εκδήλωση προς τιμήν του τότε προέδρου των ΗΠΑ, Λίντον Τζόνσον.

Η φήμη της είχε ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα. Ανάμεσα σε εκείνους που θαύμαζαν τη Μαίρη Λίντα και τον Μανώλη Χιώτη ήταν ο ηθοποιός Άντονι Πέρκινς, αλλά και η Μαρία Κάλλας, η οποία φρόντιζε να τους παρακολουθεί κάθε φορά που βρισκόταν στην Ελλάδα. Στη μακρόχρονη καριέρα της συνεργάστηκε επίσης με κορυφαίους Έλληνες δημιουργούς, ανάμεσά τους ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις.

Το καλλιτεχνικό της αποτύπωμα παραμένει ανεκτίμητο. Τραγούδια όπως τα "Απαγωγή", "Πικρό ποτήρι", "Μυρτιά", "Μαργαρίτα Μαργαρώ", "Το τελευταίο ποτηράκι", "Ηλιοβασιλέματα", "Περασμένες μου αγάπες", "Αθήνα κόρη τ’ ουρανού", "Ροδόσταμο", "Ροδιά", "Ένας αλήτης πέθανε", "Κόκκινα χείλια", "Θα σε περιμένω", "Θέλω απόψε να γλεντήσω" και "Της ευτυχίας τα σκαλιά" εξακολουθούν να αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού λαϊκού ρεπερτορίου, διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη μιας από τις σημαντικότερες φωνές της ελληνικής μουσικής.