Δεν γνώρισα ποτέ τον Γιώργο Μαζωνάκη. Γιατί, λοιπόν, νιώθω ότι αποχαιρετώ κάτι δικό μου;

Ο Γιώργος Μαζωνάκης και όλες εκείνες οι ζωές που ζήσαμε με τα τραγούδια του.

ΓΡΑΦΕΙ: MissBloom TEAM

Δεν γνώρισα ποτέ τον Γιώργο Μαζωνάκη. Δεν του μίλησα, δεν βρέθηκα μαζί του σε ένα τραπέζι, δεν έχω κάποια προσωπική ιστορία να διηγηθώ για εκείνον. Και παρ' όλα αυτά, από τη στιγμή που έγινε γνωστή η είδηση του θανάτου του, υπάρχει αυτή η παράξενη αίσθηση ότι έφυγε κάποιος που ήταν με έναν τρόπο πάντα εκεί. Ίσως γιατί ορισμένοι άνθρωποι δεν χρειάζεται να μπουν πραγματικά στη ζωή σου για να καταλήξουν να αποτελούν μέρος της. Ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν για περισσότερα από 30 χρόνια παρών στην ελληνική μουσική και, μαζί με τα τραγούδια του, μπήκε αναπόφευκτα στις προσωπικές ιστορίες ανθρώπων που δεν συνάντησε ποτέ. Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως η εξήγηση για όσα βλέπουμε αυτές τις ημέρες.

Γιατί τελικά δεν θρηνούμε μόνο εκείνον.

Θρηνούμε λίγο και τις εποχές μας.

Τα τραγούδια δεν θυμούνται. Εμείς θυμόμαστε μέσα από αυτά.

Σκέψου πόσα πράγματα μπορεί να χωρέσει ένα τραγούδι.

Ένα πρώτο ξενύχτι που κάποτε σου φαινόταν τεράστια υπόθεση. Έναν άνθρωπο που αγάπησες και σήμερα δεν ξέρεις καν πού βρίσκεται. Μία παρέα που κάποτε ήταν ολόκληρος ο κόσμος σου και τώρα χρειάζεται εβδομάδες για να καταφέρει να βρεθεί στο ίδιο τραπέζι. Έναν χωρισμό που τότε πίστευες ότι δεν θα ξεπεράσεις. Κι όμως τον ξεπέρασες.

Η μουσική έχει αυτή την παράξενη ικανότητα να αποθηκεύει εκδοχές του εαυτού μας. Πατάς play και για τρία λεπτά δεν είσαι ακριβώς ο άνθρωπος που είσαι σήμερα. Είσαι ξανά 18, 25 ή 32. Είσαι κάπου αλλού, με άλλους ανθρώπους, με άλλα προβλήματα και με μία εντελώς διαφορετική ιδέα για το πώς θα εξελιχθεί η ζωή σου.

Και ο Μαζωνάκης είχε πολλά τέτοια τραγούδια.

Όχι απαραίτητα επειδή ήταν πάντα τα τραγούδια που θα δήλωνες ως αγαπημένα σου. Αλλά επειδή ήταν εκεί. Στα ραδιόφωνα, στα clubs, στα μπουζούκια, στα ταξί, στις διαδρομές προς το σπίτι, στα καλοκαίρια, στις παρέες. Ίσως γι' αυτό ένας άγνωστος μπορεί ξαφνικά να σου λείψει. Η σχέση που δημιουργούμε με έναν καλλιτέχνη είναι από τη φύση της παράδοξη. Εκείνος δεν ξέρει ότι υπάρχεις. Εσύ, όμως, μπορεί να έχεις περάσει χρόνια ακούγοντας τη φωνή του.

Και δεν χρειάζεται να πιστεύεις ότι τον "γνώριζες". Δεν τον γνώριζες. Γνώριζες όμως τι σήμαινε για εσένα. Αυτό είναι διαφορετικό.

Τις τελευταίες ημέρες, άνθρωποι που δεν είχαν προσωπική σχέση μαζί του έγραψαν δημόσια για την απώλειά του, ενώ στη Νίκαια συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου για τη λαϊκή αγρυπνία και τον τελευταίο αποχαιρετισμό. Δεν χρειάζεται να ψάξουμε κάτι υπερβολικά περίπλοκο πίσω από αυτή την ανάγκη. Μερικές φορές θέλεις απλώς να αποχαιρετήσεις έναν άνθρωπο επειδή η παρουσία του συνόδευσε ένα κομμάτι της δικής σου διαδρομής. Μεγαλώνουμε και μαζί μας μεγαλώνουν οι άνθρωποι που θεωρούσαμε δεδομένους. Ίσως όμως υπάρχει και κάτι ακόμη πιο δύσκολο σε τέτοιους θανάτους. Οι διάσημοι που γνωρίζουμε από παιδιά μοιάζουν κάπως… μόνιμοι. Αλλάζουν πρόσωπο, μαλλιά, ρούχα, δίσκους. Εμφανίζονται, εξαφανίζονται, επιστρέφουν. Κάπου στο βάθος όμως παραμένουν εκεί, ενώ εμείς μεγαλώνουμε.

Μέχρι που κάποια ημέρα ένας από αυτούς πεθαίνει.

Και τότε συνειδητοποιείς όχι μόνο ότι εκείνος δεν θα είναι πια εδώ, αλλά και πόσος χρόνος έχει περάσει από τότε που τον άκουσες πρώτη φορά. Αυτό ίσως είναι το πιο άβολο κομμάτι του συλλογικού πένθους. Η απώλεια ενός ανθρώπου που συνδέθηκε με τα νεανικά μας χρόνια λειτουργεί σαν μία ξαφνική υπενθύμιση ότι εκείνη η εποχή έχει τελειώσει. Οι άνθρωποι που ήταν πάντα εκεί δεν θα είναι πάντα εκεί. Στο τέλος, ίσως δεν αποχαιρετάμε μόνο εκείνον.

Τη Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου, η Νίκαια αποχαιρέτησε ένα δικό της παιδί. Ήταν ο τόπος όπου ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε περάσει τα πρώτα χρόνια της ζωής του και στον οποίο επέστρεψε, συμβολικά, για το τελευταίο αντίο. Για όλους τους υπόλοιπους, όμως, ο αποχαιρετισμός είναι διαφορετικός. Δεν αποχαιρετάς έναν φίλο. Δεν δικαιούσαι να οικειοποιηθείς τον πόνο της οικογένειας και των ανθρώπων που πραγματικά τον γνώρισαν και τον αγάπησαν. Μπορείς όμως να νιώσεις θλίψη. Γιατί ίσως, όταν πεθαίνει ένας καλλιτέχνης που ακούγαμε για δεκαετίες, δεν πενθούμε μόνο εκείνον.

Πενθούμε ένα βράδυ που δεν θα ξαναζήσουμε. Μία παρέα που άλλαξε. Έναν έρωτα που τελείωσε. Μία ηλικία στην οποία δεν μπορούμε να επιστρέψουμε.

Και εκείνη την παλιότερη εκδοχή του εαυτού μας που κάποτε άκουγε ένα τραγούδι του και πίστευε ότι είχε όλο τον χρόνο μπροστά της.