Υπάρχουν φράσεις που δεν είναι απλώς άστοχες. Είναι βαριές. Κουβαλούν ιστορία, προκαταλήψεις και έναν τρόπο σκέψης που, όσο κι αν τον ντύνουμε με τον μανδύα της "ειλικρίνειας", παραμένει βαθιά τραυματικός. Η δήλωση ότι μια νεαρή καλλιτέχνις "δεν έχει το υπέροχο σώμα για να το βγάλει έξω" δεν αφορά τη μουσική, ούτε την αισθητική ενός βίντεο κλιπ. Αφορά κάτι πολύ πιο σκοτεινό: την ανάγκη μας να βαθμολογούμε τα σώματα των άλλων.
Στο δρόμο για τη Eurovision 2026, η ελληνική μουσική σκηνή βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα φαινόμενο που θα έπρεπε να ανήκει στο παρελθόν. Η δήλωση της Εύης Δρούτσα για τη Marseux πως "εδώ βγήκε μια μικρομέγαλη να βγάλει έξω το σώμα της... δεν έχει το υπέροχο σώμα να το βγάλει έξω" δεν είναι απλώς μια ατυχής στιγμή τηλεοπτικού σχολιασμού. Είναι το σύμπτωμα μιας βαθιά ριζωμένης αντίληψης που θέλει τη γυναικεία ύπαρξη να μετριέται με τη μεζούρα και την αισθητική αποδοχή των τρίτων.
Τι σημαίνει, αλήθεια, "υπέροχο σώμα"; Ποιος το ορίζει; Ποια είναι τα κριτήρια; Τα κιλά; Οι αναλογίες; Η ηλικία; Η συμμόρφωση σε ένα πρότυπο που αλλάζει κάθε δεκαετία αλλά παραμένει εξίσου ανελέητο; Και όλα τα υπόλοιπα σώματα τι είναι; Ανεπαρκή; Λάθος; Αόρατα; Είναι η συμμετρία, τα κιλά, η μυϊκή γράμμωση ή μήπως μια υποκειμενική εικόνα που έχει παγώσει στον χρόνο; Αν ονομάζουμε "μη υπέροχα" τα σώματα που δεν χωρούν σε ένα συγκεκριμένο καλούπι, τότε πώς χαρακτηρίζουμε την πλειοψηφία των ανθρώπων γύρω μας;
Η χρήση τέτοιων χαρακτηρισμών στερεί από τον καλλιτέχνη την ουσία του, τη φωνή και την ερμηνεία του, και τον υποβιβάζει σε ένα διακοσμητικό αντικείμενο που "επιτρέπεται" να εκτεθεί μόνο αν πληροί τις προδιαγραφές του θεατή. Η απάντηση της Marseaux ήταν ήσυχη, αξιοπρεπής και βαθιά ανθρώπινη. Μίλησε για χρόνια ψυχοθεραπείας, για διακυμάνσεις βάρους, για διαταραχές, για εκείνο το "λεπτό κουμπάκι" που πατιέται απότομα όταν κάποιος σχολιάζει το σώμα σου δημόσια, σαν να του ανήκει. Υπενθύμισε κάτι αυτονόητο που όμως ξεχνάμε εύκολα: κανείς δεν γνωρίζει τη διαδρομή του άλλου. "Πότε σταματάμε να σχολιάζουμε τα σώματα των άλλων... ειδικά όταν δεν ξέρεις το τι διαταραχή μπορεί να έχει περάσει ο οποιοσδήποτε;" αναρωτήθηκε, αποκαλύπτοντας τη δική της πολυετή μάχη με τις διατροφικές διαταραχές και την ψυχοθεραπεία.
Πίσω από κάθε εικόνα που κρίνουμε με ευκολία από τον καναπέ μας, υπάρχει μια ιστορία. Υπάρχουν άνθρωποι που πάλεψαν να αγαπήσουν τον καθρέφτη τους, που νίκησαν δαίμονες για να σταθούν στη σκηνή, αλλά και την καθημερινότητά τους. Το να χρησιμοποιεί κάποιος δημόσιο λόγο για να "πατήσει" αυτά τα ευαίσθητα κουμπιά είναι, αν μη τι άλλο, τραγικό.
Το πιο ανησυχητικό σημείο στην εξέλιξη της αντιπαράθεσης ήταν η προσπάθεια της στιχουργού να δικαιολογήσει τη θέση της, ανασύροντας τα δικά της βιώματα, αναφέροντας πως "Η Μαίρη Αρώνη με άφησε στην ίδια τάξη γιατί ήμουν χοντρή... μετά έπαιξα με τον Ηλιόπουλο, τη χοντρή".
Εδώ εντοπίζεται μια μεγάλη παθογένεια. Το γεγονός ότι κάποιος υπέστη body shaming ή αδικία στο παρελθόν, δεν του δίνει το ελεύθερο να το επαναλαμβάνει ως "φυσιολογική" πρακτική στις επόμενες γενιές. Αντίθετα, το τραύμα θα έπρεπε να γίνεται φίλτρο προστασίας και όχι όπλο επίθεσης. Το ότι "έτσι ήταν τα πράγματα τότε" δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραμείνουν έτσι και σήμερα. Το τραύμα, όταν δεν έχει επεξεργαστεί, δεν εξαφανίζεται. Ανακυκλώνεται. Και συχνά μετατρέπεται σε φακό μέσα από τον οποίο βλέπουμε τους γύρω μας. Όμως το γεγονός ότι κάποιος υπέστη body shaming στο παρελθόν δεν του δίνει το ηθικό δικαίωμα να το αναπαράγει στο παρόν. Ο πόνος δεν λειτουργεί ως πιστοποιητικό αθωότητας. Ούτε η πληγή μετατρέπεται αυτομάτως σε άλλοθι.
Ο δημόσιος λόγος έχει δύναμη. Δεν πέφτει στο κενό. Πέφτει πάνω σε ανθρώπους με ιστορίες, με ανασφάλειες, με μάχες αόρατες. Και όταν μια κοινωνία εξακολουθεί να συζητά για τη γυναικεία παρουσία πρώτα με όρους σώματος και μετά με όρους φωνής, τέχνης ή ταλέντου, τότε δεν έχουμε προχωρήσει τόσο όσο νομίζουμε.
Ίσως, τελικά, το πραγματικό ζήτημα δεν είναι αν μια καλλιτέχνις "δικαιούται" να δείξει το σώμα της. Το πραγματικό ζήτημα είναι γιατί κάποιοι πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να το κρίνουν.
Και ίσως η πιο δύσκολη, αλλά και πιο αναγκαία, πράξη ωριμότητας είναι αυτή: να σταματήσουμε να ζητάμε από τους άλλους να πληρώσουν το τίμημα των δικών μας παλιών πληγών. Να μην κάνουμε τον πόνο μας μέτρο σύγκρισης. Να μην μετατρέπουμε το τραύμα σε μικρόφωνο.
Γιατί αλλιώς, απλώς αλλάζουν τα πρόσωπα. Αλλά το σώμα στο εδώλιο παραμένει το ίδιο.