@APRILIOS
Ένα ζευγάρι vintage σκουλαρίκια από μια υπαίθρια αγορά στην Πράγα. Μια boutique στο Le Marais, γεμάτη κομμάτια Chanel και Dior, που της έδωσε την αίσθηση πως είχε μόλις βρει αυτό που ήθελε να κάνει. Και, ανάμεσα σε αυτές τις δύο στιγμές, μια γυναίκα που δεν σταμάτησε ποτέ να βλέπει τη μόδα ως τρόπο να ανακαλύπτει ιστορίες. Η Ίρις Μπασλάρη δημιούργησε το APRILIOS στη Θεσσαλονίκη με αυτή ακριβώς την περιέργεια: να ψάχνει, να επιλέγει και να δίνει σε ξεχωριστά ρούχα την ευκαιρία να φορεθούν ξανά.
Το όνομα παραπέμπει στην άνοιξη και στην ιδέα της αναγέννησης, αλλά έχει και προσωπική σημασία για εκείνη. Ο Απρίλιος είναι ο μήνας που γεννήθηκε η ίδια και, αργότερα, το παιδί της. Η πορεία του APRILIOS, βέβαια, δεν είχε μόνο όμορφες συμπτώσεις. Ξεκίνησε σχεδόν ταυτόχρονα με την πανδημία και χρειάστηκε χρόνο για να βρει τη δική του ταυτότητα. Σήμερα, η Ίρις ταξιδεύει συχνά στην Ιταλία αναζητώντας τις συλλογές του, γνωρίζοντας πως στο vintage η καλύτερη ανακάλυψη μπορεί να έρθει ακριβώς τη στιγμή που έχεις πάψει να την περιμένεις.


Στη συζήτησή μας, εξηγεί τι κοιτάζει πρώτο σε ένα ρούχο, θυμάται ένα σακάκι Alexander McQueen που αποδείχθηκε runway piece και μιλά για τη διαφορά ανάμεσα στο vintage και το thrift. Αναρωτιέται επίσης αν η αγάπη μας για τα ρούχα από δεύτερο χέρι μπορεί να γίνει ακόμη μία μορφή υπερκατανάλωσης. Πίσω από τις αναζητήσεις και τα σπάνια ευρήματα, η σκέψη της επιστρέφει σε κάτι απλό: η αξία ενός ρούχου μεγαλώνει με τον χρόνο που περνάς μαζί του, τη φροντίδα που του δίνεις και τον τρόπο που το κάνεις δικό σου.
Ποια είναι η πρώτη σου ανάμνηση που συνδέεται πραγματικά με τη μόδα;
Η πρώτη ανάμνηση που μπορώ να ανασύρω σε σχέση με τη μόδα είναι τα περιοδικά. Τα αγόραζα μανιωδώς. Ξεκίνησα με το Super Κατερίνα στην αρχή της εφηβείας μου και συνεχίζω μέχρι σήμερα να αγοράζω Vogue. Στο παιδικό μου δωμάτιο έχω ακόμη εκατοντάδες περιοδικά. Θυμάμαι την ανυπομονησία μου κάθε φορά να φτάσω στις σελίδες με τα editorials και τις προτάσεις της σεζόν. Νομίζω πως εκεί ξεκίνησε η σχέση μου με τη μόδα: μέσα από τις εικόνες, τις ιστορίες και την περιέργεια να ανακαλύψω έναν ολόκληρο κόσμο μέσα από τα ρούχα.

Θυμάσαι το πρώτο vintage κομμάτι που αγόρασες; Τι ήταν αυτό που σε γοήτευσε;
Εννοείται! Ήταν ένα ζευγάρι vintage σκουλαρίκια από μια υπαίθρια αγορά στην Πράγα. Θυμάμαι ακόμη τον ενθουσιασμό μου όταν τα βρήκα. Από τότε μου έγινε σχεδόν συνήθεια: σε κάθε καινούργιο μέρος που επισκέπτομαι θέλω να αγοράζω κάτι vintage. Έχει γίνει ένα μικρό προσωπικό μου γούρι. Είναι σαν να επιστρέφω από κάθε ταξίδι με ένα αντικείμενο που κουβαλάει μαζί του ένα κομμάτι από την πόλη όπου το βρήκα.
Πότε γεννήθηκε πραγματικά η ιδέα του APRILIOS; Τι σημαίνει το όνομα για εσένα;
Η ιδέα να ασχοληθώ με τη μόδα υπήρχε, με έναν τρόπο, από πάντα. Άλλωστε, η δουλειά μου στο marketing και στα social media αφορούσε κυρίως εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον χώρο της μόδας. Κάποια στιγμή, όμως, άρχισα να αναζητώ κάτι που δεν υπήρχε τότε στην ελληνική αγορά και, συγκεκριμένα, στη Θεσσαλονίκη. Σε ένα ταξίδι μου στο Παρίσι ανακάλυψα στο Le Marais μια πολύ όμορφη boutique, με εξαιρετικό curation και vintage Chanel και Dior. Μόλις μπήκα μέσα, το ένιωσα σχεδόν αμέσως: "Αυτό θέλω να κάνω".


Για το όνομα προβληματίστηκα αρκετά. Ήθελα να είναι μια ελληνική λέξη, αλλά ταυτόχρονα να μπορεί να σταθεί και εκτός Ελλάδας. Το APRILIOS συνδέθηκε τελικά με την ιδέα της αναγέννησης: παίρνουμε κάτι παλιό και το επαναφέρουμε στη ζωή, όπως ακριβώς συμβαίνει στη φύση κάθε άνοιξη. Και υπάρχει και κάτι πολύ προσωπικό: ο Απρίλιος είναι ο μήνας που γεννήθηκα και πλέον είναι και ο μήνας που γεννήθηκε το παιδί μου. Μου αρέσει, επίσης, να σκέφτομαι τον Απρίλιο σαν έναν ωραίο, μποέμ τύπο που γυρνάει στους δρόμους της Ρώμης. Είναι μια ολόκληρη εικόνα στο μυαλό μου.
Πότε αισθάνθηκες για πρώτη φορά ότι το APRILIOS είχε αποκτήσει πραγματική ταυτότητα;
Η αλήθεια είναι πως ανοίξαμε σχεδόν ταυτόχρονα με την πανδημία, οπότε τα πρώτα χρόνια είχαν αρκετές δυσκολίες. Αυτό μας έκανε να χρειαστούμε περισσότερο χρόνο για να βρούμε την ταυτότητά μας και να καταλάβουμε ακριβώς τι θέλουμε να είμαστε. Τα τελευταία χρόνια, όμως, έχουμε αποκτήσει ένα πολύ πιστό κοινό —και, αν με διαβάζετε, σας ευχαριστώ πραγματικά μέσα από την καρδιά μου. Νομίζω πως η ταυτότητα του APRILIOS χτίστηκε σταδιακά, μαζί με εμάς. Και ίσως αυτό είναι το πιο όμορφο κομμάτι: κάθε χρόνο νιώθω ότι γινόμαστε λίγο καλύτεροι, γιατί αποκτάμε περισσότερη γνώση αλλά και περισσότερη αυτοπεποίθηση.
Τι κοιτάς πρώτο όταν πιάνεις ένα vintage ρούχο στα χέρια σου; Πώς καταλαβαίνεις ότι ένα κομμάτι "αξίζει";
Πρώτα απ’ όλα, την ποιότητα. Για παράδειγμα, ένα μάλλινο vintage σακάκι πολλές φορές δεν μπορεί να συγκριθεί με ένα σημερινό σακάκι. Η ραφή, το πατρόν, η κατασκευή, όλα είναι πολύ προσεγμένα. Με τραβάει πάντα η προσήλωση στη λεπτομέρεια. Μπορεί να είναι ένα απλό κουμπί σε ένα πουκάμισο ή ένα υπέροχο παλτό. Υπάρχει κάτι στη λεπτομέρεια που σε κάνει να καταλάβεις ότι το ρούχο κατασκευάστηκε με άλλη λογική. Το λέω συχνά και στα κορίτσια που γνωρίζουμε στο studio: την αξία ενός ρούχου, σε μεγάλο βαθμό, την δίνουμε κι εμείς. Από το πόσο θα το φροντίσουμε, πόσο χρόνο θα περάσουμε μαζί του, πώς θα το κάνουμε δικό μας και, τελικά, από το πόσο όμορφα θα αισθανθούμε φορώντας το.

Τι πρέπει να κοιτάζει μια γυναίκα πριν αγοράσει vintage; Ποια είναι τα μεγαλύτερα red flags;
Η συμβουλή μου είναι ίδια είτε πρόκειται για vintage είτε για οποιαδήποτε άλλη αγορά: "Χρειάζομαι πραγματικά αυτό το κομμάτι;" Τα τελευταία χρόνια αγοράζουμε όλοι λίγο πολύ τα ίδια και φοράμε τα ίδια. Ακόμη και όταν μπαίνουμε σε ένα vintage κατάστημα, πολλές φορές αναζητούμε το κομμάτι που είδαμε ήδη σε κάποιον άλλον. Για μένα, όμως, το vintage έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή σου δίνει την ευκαιρία να ξεφύγεις από αυτό. Ένα απλό προσωπικό μου trick είναι ότι κάθε φορά που αγοράζω κάτι καινούργιο, προσπαθώ να χαρίζω ένα άλλο.
Όσο για τα red flags, θα έλεγα κυρίως τη χρήση του όρου "vintage" σε οτιδήποτε κυκλοφορεί σήμερα απλώς επειδή υπάρχει hype γύρω από αυτό. Το vintage και το thrift είναι δύο διαφορετικές έννοιες και θεωρώ σημαντικό ο καταναλωτής να γνωρίζει τι αγοράζει και τι ακριβώς μπορεί να περιμένει από ένα vintage κατάστημα.
Ποιο είναι το πιο σπάνιο ή ιδιαίτερο κομμάτι που έχει περάσει από τα χέρια σου;
Έχω την τύχη να έχουν περάσει από τα χέρια μου αρκετά εντυπωσιακά κομμάτια. Ένα που θυμάμαι έντονα είναι ένα σακάκι Alexander McQueen. Η κοπέλα που το αγόρασε μπήκε στη διαδικασία να ψάξει τους κωδικούς και το ταμπελάκι του και ανακάλυψε ότι ήταν runway piece. Αυτό που θυμάμαι περισσότερο, όμως, είναι ότι ήρθε ξανά στο κατάστημα μετά από μερικές ημέρες μόνο και μόνο για να μου το πει από κοντά. Αυτές είναι οι στιγμές που αγαπώ περισσότερο στη δουλειά. Όταν ένα ρούχο συνεχίζει την ιστορία του και αφού φύγει από εμάς.
Πώς βρίσκεις τα κομμάτια που καταλήγουν στο APRILIOS;
Ταξίδια. Πολλά ταξίδια. Ο στόχος μου από την αρχή ήταν να βγω εκεί έξω, να ταξιδέψω και να φέρω πίσω μικρούς θησαυρούς. Πραγματοποιούμε περίπου τρία με τέσσερα ταξίδια τον χρόνο στην Ιταλία για την αναζήτηση κάθε συλλογής. Στο μέλλον θα ήθελα να ανακαλύψω καινούργιους προορισμούς, ίσως και τη Γαλλία, ώστε να μπορέσουμε να έχουμε ακόμη μεγαλύτερη ποικιλία σε στυλ και designer brands. Για μένα, το sourcing είναι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της χαράς του APRILIOS. Ποτέ δεν ξέρεις πραγματικά τι θα βρεις.
Πόσο χρόνο μπορεί να χρειαστείς για να βρεις δέκα κομμάτια που πραγματικά εγκρίνεις;
Αυτό είναι το ωραίο και το δύσκολο ταυτόχρονα! Μπορεί να ψάχνω για ώρες και να μη βρω απολύτως τίποτα και την επόμενη ώρα να βρω υλικό για μια ολόκληρη συλλογή. Εξαρτάται από τη μέρα, την τύχη αλλά και τη διάθεσή μου. Όπως συμβαίνει σε κάθε δημιουργική διαδικασία, υπάρχουν μέρες που όλα μοιάζουν να βρίσκονται μπροστά σου και άλλες που πρέπει απλώς να συνεχίσεις να ψάχνεις. Και νομίζω ότι αυτό είναι μέρος της γοητείας του vintage: δεν μπορείς να το παραγγείλεις. Πρέπει να το ανακαλύψεις.
Έχεις συγκεκριμένα μέρη ή χώρες που θεωρείς "θησαυρούς" για vintage;
Σίγουρα η Ιταλία. Το Παρίσι έχει επίσης πολύ ιδιαίτερα vintage stores, με εξαιρετικά εξειδικευμένο curation. Ανάλογα με το τι σου αρέσει, μπορείς να βρεις και το αντίστοιχο vintage. Εννοείται και το Λονδίνο, αλλά η αλήθεια είναι πως έχω βρει πολύ αξιόλογα καταστήματα και σε πόλεις της Κεντρικής Ευρώπης, όπως η Βουδαπέστη, η Πράγα και το Βερολίνο. Νομίζω πως το ενδιαφέρον στο vintage είναι ότι κάθε πόλη έχει τη δική της αισθητική και τη δική της ιστορία. Οπότε κάθε προορισμός μπορεί να κρύβει έναν διαφορετικό θησαυρό.
Πηγαίνεις ποτέ κάπου για sourcing χωρίς να ξέρεις τι ακριβώς ψάχνεις; Πόσο ένστικτο χρειάζεται;
Στα πρώτα μας ταξίδια πηγαίναμε πολύ περισσότερο με το ένστικτο. Πλέον έχω ένα πλάνο για το τι θα ήθελα ιδανικά να βρω, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το πλάνο βγαίνει πάντα. Με τα χρόνια αποκτάς συνεργάτες που ξέρεις ότι μπορούν να σου καλύψουν κάποιες συγκεκριμένες ανάγκες. Από εκεί και πέρα, όμως, πρέπει να ρισκάρεις. Να ψάξεις, να χαθείς λίγο, να μπεις κάπου χωρίς να ξέρεις τι θα βρεις. Μπορεί να χρειαστεί να ταξιδέψεις, να ξοδέψεις μια ολόκληρη μέρα και να μη βρεις αυτό που ήθελες. Αλλά κι αυτό είναι μέρος του ταξιδιού. Και πολλές φορές ακριβώς εκεί, όταν σταματάς να ψάχνεις αυτό που είχες στο μυαλό σου, βρίσκεις κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον.
Γιατί πιστεύεις ότι το vintage έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη δυναμική τα τελευταία χρόνια;
Στο εξωτερικό το vintage έχει πολύ μεγαλύτερη ιστορία και δυναμική εδώ και πολλά χρόνια. Στην Ελλάδα άργησε να γίνει μέρος της καθημερινής κουλτούρας και, αν με ρωτάς, ακόμη δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Ο κόσμος πολλές φορές συγχέει τις έννοιες και δεν ξέρει ακριβώς τι να αναζητήσει ή τι να περιμένει από ένα vintage store. Νομίζω, όμως, ότι υπάρχει και ένας βαθύτερος λόγος που μας οδηγεί στο vintage: ο κομφορμισμός. Είμαστε όλοι λίγο πολύ ίδιοι, τα σπίτια μας μοιάζουν, φοράμε παρόμοια πράγματα και, τελικά, αναζητούμε όλο και περισσότερο κάτι που θα μας κάνει να νιώσουμε μοναδικοί.

Υπάρχει επίσης η σχέση ποιότητας και τιμής. Ένα μάλλινο σακάκι ή μια βαμβακερή καμπαρντίνα που έχει κατασκευαστεί σήμερα δύσκολα μπορεί να συγκριθεί σε τιμή και κατασκευή με ένα αντίστοιχο vintage piece. Και ίσως τελικά αυτό που αναζητάμε στο vintage είναι κάτι περισσότερο από ένα ρούχο: την αίσθηση ότι έχουμε βρει κάτι που δεν φτιάχτηκε για όλους.
Μπορεί το vintage να λειτουργήσει ως αντίδοτο στην υπερκατανάλωση; Ή έχουμε φτάσει στο σημείο να υπερκαταναλώνουμε ακόμη και vintage;
Είναι κάτι που με απασχολεί πολύ. Είχα μάλιστα αυτή τη συζήτηση πρόσφατα με μια φίλη μου. Οι πολύ χαμηλές τιμές, τα πολλά bazaar και όλη αυτή η λογική της συνεχούς προσφοράς δεν κάνουν απαραίτητα καλό στο vintage, γιατί μπορεί να το συνδέσουν στο μυαλό του καταναλωτή με κάτι φθηνό και, τελικά, να οδηγήσουν ξανά στην υπερκατανάλωση. Πιστεύω ότι η αξία και η τιμή ενός αντικειμένου μπορούν πολλές φορές να μας κάνουν να σεβαστούμε περισσότερο αυτό που κρατάμε στα χέρια μας. Όταν γνωρίζεις την ιστορία, την ποιότητα και τη δουλειά που έχει ένα κομμάτι, θέλεις να το φροντίσεις και να το κρατήσεις για περισσότερο. Για μένα, λοιπόν, το vintage έχει νόημα όταν λειτουργεί ως ένας διαφορετικός τρόπος να καταναλώνουμε: λιγότερο, πιο συνειδητά και με μεγαλύτερη σύνδεση με αυτό που επιλέγουμε.

Αν τα ρούχα κουβαλούν ιστορίες από τους ανθρώπους που τα φόρεσαν πριν από εμάς, τι ιστορία θα ήθελες να κουβαλά ένα κομμάτι του APRILIOS όταν περάσει στην επόμενη γυναίκα;
Τι όμορφη ερώτηση. Η αλήθεια είναι πως ο στόχος μου είναι κάθε γυναίκα που περνάει την πόρτα μας ή παραλαμβάνει ένα δέμα από εμάς να αποκτά, έστω και λίγη, περισσότερη αυτοπεποίθηση. Να φοράει κάτι που την κάνει να αισθάνεται όμορφα, να αισθάνεται ο εαυτός της και, γιατί όχι, να παίρνει λίγο περισσότερο θάρρος για να κυνηγήσει τα όνειρά της. Γιατί τελικά αυτό θα ήθελα να μένει πίσω από κάθε κομμάτι του APRILIOS: όχι μόνο μια όμορφη ανάμνηση από ένα ρούχο, αλλά η αίσθηση ότι κάποια στιγμή στη ζωή σου τόλμησες λίγο περισσότερο.
Άλλωστε, εμείς οι γυναίκες είμαστε μαγικά πλάσματα.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για τάσεις και νέα στη Μόδα, Celebrity και Gossip News στο missbloom.gr