ndp
Σωτήριο έτος 2003. Ο Γιώργος Μαζωνάκης συναντά τον τότε "Μίδα" της ελληνικής δισκογραφίας, Φοίβο, και μαζί κυκλοφορούν το "Gucci φόρεμα", χωρίς φυσικά να μπορούν να προβλέψουν τη μαζική αποδοχή που θα γνώριζε το τραγούδι – ούτε το statement που θα άφηνε πίσω του. Ένα κομμάτι με έντονα rap στοιχεία, που άγγιξε αριστοτεχνικά τα όρια του τρολ, παρουσιάζοντας έναν Γιώργο Μαζωνάκη με γούνα να τα "βάζει" με τους πλούσιους των Βορείων Προαστίων, την ώρα που αποθέωνε τη δική του πιο λαϊκή καταγωγή από τη Νίκαια.
Ένα τραγούδι που δεν προκάλεσε απλώς αίσθηση, αλλά κατάφερε, με έναν σχεδόν μαγικό τρόπο, να χωρίσει στο μυαλό όλων μας την Αθήνα στα δύο. Και κάπως έτσι ξεκίνησε ένας από τους πιο cult, ακήρυχτους "πολέμους" της ελληνικής κοινωνίας. Ναι, μέσα από ένα τραγούδι, οι στίχοι του οποίου δεν ήταν μόνο ευρηματικοί, αλλά είχαν αυτό το εκνευριστικά αποτελεσματικό ταλέντο να κολλάνε στο μυαλό σου για μέρες. Και ας μην κρυβόμαστε, φίλοι millennials: δύσκολα θα βρεθεί κάποιος από εμάς που δεν γνωρίζει έστω ένα μεγάλο μέρος των στίχων απ’ έξω ή που δεν έχει χορέψει το "Gucci φόρεμα" ξέφρενα σε κάποιο πάρτι.
Το τραγούδι κυκλοφόρησε το 2003, μέσα από το άλμπουμ "Σάββατο", και μέσα σε λίγα λεπτά κατάφερε να αποτυπώσει με μοναδικό τρόπο την Ελλάδα των early ’00s. Μια εποχή που τα μεγάλα λογότυπα, τα περιοδικά μόδας, τα designer brands, τα ακριβά αυτοκίνητα και η ανάγκη για επίδειξη status είχαν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής κουλτούρας. Το "Gucci φόρεμα" τα πήρε όλα αυτά, τα έβαλε μέσα σε ένα τραγούδι και τους έδωσε τη δική του, απολαυστικά υπερβολική, λαϊκή εκδοχή.
Το τραγούδι που δεν ξεκίνησε ως "Gucci φόρεμα"
Το ενδιαφέρον είναι πως το τραγούδι δεν γεννήθηκε με αυτόν τον τρόπο. Ο Φοίβος, που έγραψε τη μουσική και τους στίχους, είχε αρχικά στο μυαλό του ένα πολύ διαφορετικό κομμάτι, με περισσότερο σοβαρό και κοινωνικό χαρακτήρα. Η αλλαγή ήρθε όταν η σύζυγός του, Αμαλία Καντερέ, άκουσε το τραγούδι στο στούντιο και τον παρότρυνε να κοιτάξει τι συνέβαινε εκείνη την περίοδο στη διεθνή rap σκηνή. Του έβαλε να ακούσει το "I Know What You Want" των Busta Rhymes και Mariah Carey, ένα από τα μεγάλα hits του 2003, και κάπου εκεί γεννήθηκε η ιδέα. Ο Φοίβος παρατήρησε τον τρόπο με τον οποίο οι rappers χρησιμοποιούσαν μέσα στους στίχους τους ονόματα μεγάλων brands, μετατρέποντάς τα σε σύμβολα ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής. Το Gucci ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν για να αλλάξει ολόκληρη η ιστορία του τραγουδιού.
Από ένα brand, σε έναν ολόκληρο κόσμο
Έτσι, το Gucci έπαψε να είναι απλώς ένα όνομα. Έγινε ολόκληρη ιστορία. Το "Gucci φόρεμα" περιγράφει έναν κόσμο γεμάτο μόδα και πολυτέλεια: περιοδικά, κομμωτές, μακιγιέρ, γαλλικό μανικιούρ και φυσικά επώνυμα ρούχα. Απέναντι σε αυτόν τον κόσμο βρίσκεται ο άνδρας του τραγουδιού, ο οποίος έρχεται από μια εντελώς διαφορετική πλευρά της Αθήνας. Μπουρνάζι, Αιγάλεω, Περιστέρι από τη μία· Εκάλη και Κηφισιά από την άλλη. Και κάπως έτσι, το τραγούδι δεν μιλά απλώς για έναν άνδρα και μια γυναίκα που ανήκουν σε διαφορετικούς κόσμους. Μιλά για δύο διαφορετικές Αθήνες. Με χιούμορ, υπερβολή και αρκετή δόση ειρωνείας, το "Gucci φόρεμα" γίνεται μια pop εκδοχή της ταξικής και κοινωνικής πραγματικότητας της εποχής.
Η Ελλάδα των 00s χωράει μέσα σε ένα τραγούδι
Ακούγοντάς το σήμερα, είναι σχεδόν αδύνατο να μην παρατηρήσεις πόσο έντονα το τραγούδι έχει "παγώσει" μέσα του την αισθητική των αρχών του 21ου αιώνα. Ήταν η εποχή που τα brands έπρεπε να φαίνονται. Τα περιοδικά μόδας είχαν τεράστια επιρροή, τα lifestyle έντυπα καθόριζαν τάσεις και το λογότυπο πάνω σε μια τσάντα ή ένα ρούχο μπορούσε να λειτουργήσει ως δήλωση κοινωνικής θέσης. Το Gucci, λοιπόν, δεν μπήκε τυχαία στον τίτλο. Ήταν ένα brand που όλοι αναγνώριζαν και μπορούσε μέσα σε δύο λέξεις να δημιουργήσει ολόκληρη εικόνα. Αυτό ακριβώς έκανε και το τραγούδι: πήρε ένα fashion label και το μετέτρεψε σε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής.
Και ποιος άλλος θα μπορούσε να το τραγουδήσει;
Το "Gucci φόρεμα" μοιάζει σήμερα ακόμη πιο ταιριαστό στον Γιώργο Μαζωνάκη, επειδή ο ίδιος είχε ήδη καταφέρει να κάνει την εικόνα αναπόσπαστο κομμάτι της καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Δεν ήταν ο τραγουδιστής που απλώς ανέβαινε στη σκηνή για να ερμηνεύσει τις επιτυχίες του. Ήταν performer. Τα ρούχα, τα αξεσουάρ, τα ιδιαίτερα χτενίσματα και οι συχνά εκκεντρικές εμφανίσεις του αποτελούσαν μέρος του show. Ο Μαζωνάκης μπορούσε να φορέσει κάτι υπερβολικό, να το υποστηρίξει με απόλυτη φυσικότητα και τελικά να το κάνει να μοιάζει δικό του. Γι’ αυτό και το "Gucci φόρεμα" δεν έμεινε απλώς ως ένα τραγούδι για τη μόδα. Συνδέθηκε με τον ίδιο τον καλλιτέχνη και με εκείνη την πλευρά του που πάντα αγαπούσε να παίζει με τα όρια ανάμεσα στο λαϊκό, το glamorous και το ανατρεπτικό.
Το "Gucci φόρεμα" που έμεινε
Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που το τραγούδι εξακολουθεί να έχει τη δική του θέση στη συλλογική μνήμη. Δεν χρειάζεται να θυμάται κανείς ολόκληρους τους στίχους. Αρκεί η φράση "Gucci φόρεμα" για να επιστρέψουν εικόνες από μια άλλη Ελλάδα: τα νυχτερινά κέντρα, τα περιοδικά, τα έντονα looks, τα brands, τα βόρεια και τα δυτικά προάστια και, φυσικά, ο ίδιος ο Μαζωνάκης, με εκείνη την αφοπλιστική άνεση που είχε απέναντι στην υπερβολή. Το τραγούδι ήταν pop, λαϊκό, λίγο ειρωνικό και πολύ χαρακτηριστικό της εποχής του. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμά του: ότι ένα "Gucci φόρεμα" έγινε κάτι πολύ περισσότερο από μια αναφορά σε έναν διάσημο οίκο μόδας. Έγινε συνώνυμο μιας εποχής και ένα από τα τραγούδια που, με τον δικό τους τρόπο, έγραψαν την ιστορία των ελληνικών 00s.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για τάσεις και νέα στη Μόδα, Celebrity και Gossip News στο missbloom.gr